

| Συναισθηματική αγωγή και ΑμΕΑ |
|
|
|
| Γράφει ο/η Ζωή Αμπράζη | |
| 13.02.08 | |
|
Ανάπτυξη και ενίσχυση της Κοινωνικής επάρκειας Διδασκαλείο Α.Δελμούζος Ρόδου Δημιουργία Παρουσίασης :Αμπράζη Ζωή Συγγραφείς Εργασίας : Αμπράζη Ζωή - Γιαννούση Ευαγγελία-Ζαπαντιώτη Αργυρώ-Κατσίνας Γεώργιος
Οι όροι «κοινωνική προσαρμογή» και «κοινωνική επάρκεια» χρησιμοποιούνται συχνά ως ταυτόσημοι. Κατά τον Ι. Παρασκευόπουλο (1979) η ικανότητα προσαρμογής είναι δυνατό να αντικατοπτρίζεται στην ωρίμανση, στη μάθηση και στην κοινωνική ένταξη. Η ωρίμανση αναφέρεται στο βαθμό και στο ρυθμό ανάπτυξης των βασικών δεξιοτήτων (βάδισμα, ομιλία, αυτοεξυπηρέτηση, διαπροσωπικές σχέσεις...). Η μάθηση αναφέρεται στην ικανότητα του ατόμου ν΄ αποκτά σχολικές γνώσεις και δεξιότητες και η κοινωνική ένταξη «προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία στην ενηλικίωση, όταν η νοητική υστέρηση επηρεάζει την ικανότητα του ατόμου να συντηρεί τον εαυτό του, να συνεργάζεται με άλλα άτομα και ν΄ αναλαμβάνει τις ευθύνες του ως μέλος της κοινωνικής ομάδας».
Σελ1Οι Gresham και Eliot (1987) ορίζουν τις δεξιότητες της προσαρμοστικής συμπεριφοράς ως τις πρακτικές δεξιότητες αυτοεξυπηρέτησης, που απαιτούνται για την ανάπτυξη της αυτονομίας του ατόμου. Ωστόσο επιβάλλεται να τονίσουμε ότι η διεθνής βιβλιογραφία υποστηρίζει την έλλειψη μιας ολοκληρωμένης και γενικότερα αποδεκτής θεωρίας για τη φύση και τη μέτρηση της κοινωνικής ανεπάρκειας .Ορισμένοι ερευνητές επιχειρούν μια διάκριση ανάμεσα στην προσαρμοστική συμπεριφορά, στην κοινωνική επάρκεια και στις κοινωνικές δεξιότητες, υποστηρίζοντας ότι η προσαρμοστική συμπεριφορά και οι κοινωνικές δεξιότητες αποτελούν βασικούς τομείς της κοινωνικής επάρκειας. Σύμφωνα με τους Μαιer et al (1979) και Taylor (1985) η προσαρμοστική συμπεριφορά έχει δύο διαστάσεις: τη συμπεριφοριστική επάρκεια, η οποία αναφέρεται σε πρακτικές δεξιότητες αυτοεξυπηρέτησης που αποτελούν προϋπόθεση αυτόνομης διαβίωσης και τον έλεγχο συμπεριφοράς, ο οποίος αφορά σε κοινωνικές και συναισθηματικές συμπεριφορές. Ο Edgar Doll χρησιμοποιεί ταυτόσημα τους όρους προσαρμοστική συμπεριφορά και κοινωνική επάρκεια. Σύμφωνα μ΄ αυτόν, κοινωνική ανεπάρκεια είναι η ανικανότητα του ατόμου να διαχειριστεί τις υποθέσεις της καθημερινής του ζωής. Σύμφωνα με τους Kerr, Nelson και Lambert (1987), οι κοινωνικές δεξιότητες αποτελούν το βασικότερο κριτήριο για την ιδρυματοποίηση ή την πλήρη ένταξη στην κοινότητα των ατόμων με νοητική υστέρηση. Στις περιπτώσεις παιδιών χωρίς ειδικές ανάγκες, η κοινωνική επάρκεια αναπτύσσεται κι αποκτάται μέσα από τη συμπτωματική μάθηση και ωρίμανση, το οποίο, ωστόσο, δε συμβαίνει στην περίπτωση των νοητικά καθυστερημένων ατόμων, τα προβλήματα των οποίων (προβλήματα προσοχής, μνήμης, γλώσσας, γενίκευσης, αντιληπτικότητας) εμποδίζουν την απόκτηση κοινωνικών δεξιοτήτων, απαραίτητων για την ανάπτυξη της αυτονομίας και την ομαλή τους ένταξη στην κοινωνία
Σελ2Η διεθνής έρευνα αποκαλύπτει πως τα κοινωνικά ανεπαρκή άτομα καταλήγουν να ζουν στο περιθώριο της κοινωνίας, να έρχονται αντιμέτωπα με το νόμο, ν΄ αποκτούν σοβαρές συναισθηματικές διαταραχές και «να ζουν σε βάρος της πολιτείας που αναλαμβάνει την ευθύνη της ιδρυματικής τους διαβίωσης» Έχει διαπιστωθεί ότι τα παιδιά με ειδικές μαθησιακές δυσκολίες στη γλώσσα ενδέχεται να διαθέτουν ανεπαρκείς κοινωνικές δεξιότητες και να παρουσιάζουν δυσκολίες στις διαπροσωπικές τους σχέσεις και ακατάλληλη κοινωνική συμπεριφορά . Οι δυσκολίες αυτές μπορεί να οδηγήσουν στη διαμόρφωση αρνητικής εικόνας για τον εαυτό, σε έλλειψη αποδοχής από τους συνομηλίκους ή σε αδεξιότητα σε κοινωνικές καταστάσεις. Η επάρκεια στις κοινωνικές δεξιότητες συντελεί στην εμφάνιση λειτουργικών συμπεριφορών οι οποίες είναι προσαρμοσμένες στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος και σε κοινωνικές προσδοκίες κατάλληλες για την ηλικία του παιδιού. Οι άνθρωποι με ειδικές ανάγκες νιώθουν ίσως απόρριψη , ντροπή , ενοχή , ή μοναξιά. Ίσως έχουν αποδεχτεί τις εξαιρετικά περιορισμένες τους δυνατότητες. Γνωρίζουν ότι δε θα έχουν τα περισσότερα τουλάχιστον παιδιά την ιδιαίτερη φροντίδα ενός ψυχολόγου ή θεραπευτή , που θα τα βοηθήσει να γιατρέψουν τις πληγές από έναν κόσμο που δεν τα καταλαβαίνει . Η σχολική τάξη είναι ίσως ο μοναδικός χώρος όπου μπορούν να μάθουν να εκτιμούν τον εαυτό τους. Οι ειδικοί δάσκαλοι ξέρουν ότι τα παιδιά στην τάξη τους έχουν κι αυτά συναισθήματα . Το πιθανότερο είναι πως τα αγαπούν και θέλουν το καλύτερο για αυτά . Ξέρουν για τις αδυναμίες και τη ντροπή που νιώθουν μερικά από αυτά , τη μοναξιά και τη χαμηλή αυτοεκτίμησή τους .
Σελ3Με τον όρο αυτοεκτίμηση εννοούμε το βαθμό που το ίδιο το άτομο εκτιμά τον εαυτό του. Η αυτοεκτίμηση εξαρτάται από τις σχέσεις που το άτομο ανάπτυξε με το περιβάλλον γύρω του. Αν, δηλαδή,τα πρόσωπα που περιστοιχίζουν το παιδί το αναγνωρίζουν, επαινούν τις επιτυχίες του, εκτιμούν τις ικανότητές του και του δημιουργούν ευκαιρίες για περισσότερες επιτυχίες τότε και το παιδί εκτιμά σε μεγάλο βαθμό τον ίδιο τον εαυτό του. Οι μαθησιακές δυσκολίες σε πολύ μεγάλο βαθμό προκαλούν απογοήτευση και θυμό στα παιδιά, τα οποία έχουν να αντιμετωπίσουν όχι μόνο τη δική τους έλλειψη εμπιστοσύνης στις ικανότητές τους αλλά και την επίγνωση ότι η χαμηλή τους πρόοδος, αποτελεί συχνά επίκεντρο του σχολιασμού και της αρνητικής κριτικής των άλλων. Έχει επισημανθεί ότι τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες εμφανίζουν χαμηλή αυτοεκτίμηση όχι μόνο σε σχέση με την επίδοσή τους στα μαθήματα αλλά και στις σχέσεις τους με τους συνομηλίκους και τους ενηλίκους και στην γενικότερη θεώρηση του εαυτού.
Σχόλια (0)
![]() Γράψτε σχόλιο
|
|
| Τελευταία ανανέωση ( 19.03.08 ) |
| < Προηγ. | Επόμ. > |
|---|






